Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

Μερικές αλήθειες για τα "ιατρεία του Κολωνακίου" και τον κομπογιαννιτισμό διπλωματούχων γιατρών...

Επειδή πολλά γράφτηκαν και γράφονται για το πως δύο γιατροί, ο ένας εκ των οποίων είχε θέση ευθύνης στο παρελθόν σ' ένα από τα μεγαλύτερα νοσοκομεία της χώρας ενώ και οι δύο "έχαιραν μεγάλης εκτίμησης" από τους συναδέλφους τους, κατέληξαν να κάνουν ιατρικές πράξεις, αμφιβόλου αποτελέσματος και πέραν της ειδικότητας τους, αξίζει να δούμε μερικά πράγματα από την αρχή.

Η βεβαίωση λειτουργίας ενός ιατρείου -που δίνεται από τον οικείο ιατρικό σύλλογο- δεν αποτελεί μια γενική άδεια για κάθε ιατρική πράξη. Η τραγική εξέλιξη στην υπόθεση του Γιώργου Μαζωνάκη, ο οποίος κατέληξε ενώ υποβαλλόταν σε πλασμαφαίρεση σε ιδιωτικό ιατρείο -μια εξειδικευμένη ιατρική πράξη που πρέπει να πραγματοποιείται σε νοσοκομειακό περιβάλλον- έφερε με δραματικό τρόπο στο προσκήνιο ακριβώς αυτό το ερώτημα: τι επιτρέπεται να πραγματοποιείται σε έναν συγκεκριμένο χώρο, με ποια υποδομή και υπό ποιες προϋποθέσεις; 

Η νομιμότητα εξετάζεται σε συνάρτηση με το τι ακριβώς επιτρέπεται να γίνεται μέσα στον χώρο, ποια πράξη διενεργείται, από ποια ειδικότητα, με ποιον εξοπλισμό και υπό ποιες συνθήκες. 

Το βασικό θεσμικό πλαίσιο, το Π.Δ. 84/2001, βάζει συγκεκριμένα όρια: στα ιδιωτικά ιατρεία δεν επιτρέπονται:

 α) υπηρεσίες που, σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, παρέχονται αποκλειστικά στη δευτεροβάθμια περίθαλψη και 

β) ιατρικές πράξεις για τις οποίες απαιτείται γενική νάρκωση, ραχιαία ή επισκληρίδιος αναισθησία. 

Μια διαγνωστική εξέταση, όπως ένα υπερηχογράφημα ή ένα τεστ κόπωσης, μπορεί να πραγματοποιείται στο πλαίσιο ιδιωτικού ιατρείου από τον γιατρό της αντίστοιχης ειδικότητας, με τον απαιτούμενο εξοπλισμό και με τήρηση των προβλεπόμενων προϋποθέσεων. 

Για ορισμένες πιο σύνθετες εξετάσεις, το θεσμικό πλαίσιο προβλέπει ειδικότερες απαιτήσεις ως προς την παρουσία και την ευθύνη του αντίστοιχου ειδικού γιατρού και τον εξοπλισμό που πρέπει να διαθέτει η δομή. Η γαστροσκόπηση και η κολονοσκόπηση, για παράδειγμα, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται απλώς ως «μία ακόμη εξέταση που γίνεται σε ένα ιατρείο». 

Η διενέργειά τους προϋποθέτει κατάλληλη ενδοσκοπική υποδομή, τον απαιτούμενο εξοπλισμό και τήρηση των κανόνων ασφαλείας, ενώ όταν χρησιμοποιείται καταστολή ή αναισθησία ισχύουν οι αντίστοιχες προϋποθέσεις και απαιτήσεις ως προς το εξειδικευμένο προσωπικό. Το ίδιο ισχύει ακόμη περισσότερο όταν κατά την ενδοσκόπηση πραγματοποιούνται επεμβατικές πράξεις, όπως λήψη βιοψίας ή αφαίρεση πολύποδα.

Το ζήτημα της λειτουργίας των ιατρείων και των πρακτικών που ακολουθούν οι επαγγελματίες υγείας φτάνει και στον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών (ΙΣΑ), μέσω καταγγελιών πολιτών. «Σε κάθε διοικητικό συμβούλιο έχουμε να εξετάσουμε περίπου δέκα καταγγελίες που έχουν γίνει στον Σύλλογο», αναφέρει χαρακτηριστικά στην εφημερίδα «Πρώτο Θέμα» μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΙΣΑ. 

Οι καταγγελίες φτάνουν στις υπηρεσίες του ΙΣΑ είτε διαδικτυακά, μέσω της σχετικής φόρμας στην ιστοσελίδα του, είτε γραπτώς, είτε τηλεφωνικά. Ο πολίτης που επιθυμεί να ασκηθεί πειθαρχικός έλεγχος σε βάρος γιατρού οφείλει να καταβάλει παράβολο 50 ευρώ. Η διαδικασία αυτή προβλέπεται από τη νομοθεσία και επιβεβαιώνεται και από την ηλεκτρονική πλατφόρμα καταγγελιών του ΙΣΑ. Και εκεί ακριβώς ξεκινάει το πρόβλημα - πόσοι είναι πραγματικά έτοιμοι, ενώ έχουν πληρώσει για μια οποιαδήποτε θεραπεία (εντός ή εκτός εισαγωγικών), να δώσουν επιπλέον 50 ευρώ για να καταγγείλουν κάτι που έχει υποπέσει στην αντίληψή τους και το οποίο θεωρούν ότι δεν έγινε σωστά; Βέβαια τα 50 ευρώ τέθηκαν ως "παράβολο" για ν' αποφεύγεται να γίνεται κατάχρηση του δικαιώματος της προσφυγής, και για να μην υποβάλλονται σε μια μακρόχρονη διαδικασία γιατροί που για οποιαδήποτε λόγο μπήκαν στο στόχαστρο "κακόβουλων". Όπως και να έχει όμως, το 50άρικο βάζει σε σκέψη πολλούς και αρκετοί αφήνουν την καταγγελία στην άκρη, ειδικά αν δεν έχει διογκωθεί το πρόβλημα υγείας για το οποίο θα γινόταν η καταγγελία.

Από την άλλη όμως, και όπως διατύνεται ο ΙΣΑ, αυτό δεν σημαίνει ότι οι προφορικές καταγγελίες δεν ελέγχονται, ούτε ότι σοβαρές υποθέσεις που υποδεικνύουν πιθανή παράβαση μπαίνουν στο αρχείο επειδή δεν συνοδεύονται από το συγκεκριμένο παράβολο. Τώρα το πόσο ενδελεχής είναι αυτή η διαδικασία, παραμένει υπό συζήτηση, και η πρόσφατη υπόθεση του Γιώργου Μαζωνάκη αλλά και παλιότερες που έχουν έρθει στην επιφάνεια, δείχνουν του λόγου το αληθές.

Το ρυθμιστικό πλαίσιο πάντως υπάρχει. Επισήμως, ο ΙΣΑ αναφέρει ότι, πέρα από τον αρχικό έλεγχο που προηγείται της χορήγησης βεβαίωσης λειτουργίας, πραγματοποιεί και αυτεπάγγελτους, δειγματοληπτικούς και έκτακτους ελέγχους, καθώς και ελέγχους μετά από καταγγελίες πολιτών ή ενημέρωση από άλλες αρμόδιες αρχές. 

Πάλι κατά τον ΙΣΑ, ο οποίος είναι ο μεγαλύτερος ιατρικός σύλλογος της χώρας αλλά δεν καλύπτει όλους τους γιατρούς πανελλαδικά, από το 2024 μέχρι σήμερα έχουν ελεγχθεί περίπου 5.500 φορείς για την έκδοση αρχικής βεβαίωσης λειτουργίας ή την τροποποίησή της, ενώ στο ίδιο διάστημα πραγματοποιήθηκαν περίπου 1.000 επιπλέον έλεγχοι, είτε στο πλαίσιο δειγματοληπτικής διαδικασίας, είτε κατόπιν καταγγελιών των πολιτών. Επίσης, ότι έχουν επιβληθεί πρόστιμα συνολικού ύψους 1.443.119 ευρώ σε 58 γιατρούς και φορείς ΠΦΥ, ενώ σε 55 περιπτώσεις ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας ή επιβλήθηκε παύση άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος. Τώρα το κατά πόσο αυτοί οι γιατροί σταματούν να ασκούν το λειτούργημα του γιατρού, είναι μια άλλη ιστορία, αλλά συνήθως όλες οι παρεμβάσεις γίνονται κατόπιν εορτής. 

Το ελεγκτικό έργο του ΙΣΑ βρίσκεται, πάντως, πλέον και στο μικροσκόπιο της Δικαιοσύνης. Με αφορμή την υπόθεση του ιατρείου της οδού Καρνεάδου στο Κολωνάκι, όπου κατέληξε ο Γιώργος Μαζωνάκης, ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών παρήγγειλε κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να διερευνηθεί εάν προκύπτουν τυχόν ποινικές ευθύνες του ΙΣΑ ή άλλου αρμόδιου δημόσιου φορέα για τους ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν στο συγκεκριμένο ιατρείο. Στο πλαίσιο της έρευνας εξετάζεται και το σύνολο των ελέγχων που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια σε αντίστοιχους χώρους, καθώς και οι ενέργειες στις οποίες προχώρησαν οι αρμόδιες αρχές.

Ας ελπίσουμε να σπάσει το απόστημα, έστω και αργά...

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

Στα προσεχώς: Να το πως οι αλγόριθμοι θα προβλέπουν την μελλοντική οικονομική μας συμπεριφορά

Πολλά πράγματα "τρέχουν" στα παρασκήνια για την χώρα μας, και στην πραγματικότητα, παρά το ότι βρισκόμαστε στον αιώνα της πληροφορίας, λίγα τυγχάνουν της προσοχής που τους αρμόζει. Ένα από αυτά είναι η δημιουργία ενός συστήματος πιστοληπτικής βαθμολόγησης για όλους τους Έλληνες πολίτες.Το σύστημα αυτό θα προσπαθεί να "προβλέπει" την οικονομική, και όχι μόνο, συμπεριφορά των Ελλήνων, χρησιμοποιώντας την οικονομική συμπεριφορά μας, χρησιμοποιώντας μια σειρά από προηγμένους αλγόριθμους. 

Είναι επόμενο, και σε αντίθεση με την πρώτη φάση της μετάβασης του κράτους στην "ψηφιακή" εποχή, ότι ο σκεπτικισμός είναι μεγάλος, και οι κίνδυνοι ορατοί, ειδικά μιας και το κανονιστικό πλαίσιο παρουσιάζεται ελλειπές. Έτσι ο κίνδυνος να μεταβληθούμε σε μια "οργουελικού" τύπου κοινωνία, στην οποία τα πάντα θα "προβλέπονται" και θ' αξιολογούνται βάση αλγορίθμων, παρουσιάζεται έντονος. Ένα λάθος - εσκεμμένο ή μη - θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια "Οδύσσεια" για τους παθόντες, με αβέβαια αποτελέσματα. Αν προσθέσει κανείς το γεγονός ότι από πλευράς νοοτροπίας και αντιμετώπισης των πολιτών η ΑΑΔΕ παραμένει στον προηγούμενο αιώνα (διαβάστε αναλυτικά εδώ), η αβεβαιότητα παραμένει. Γράφει σχετικά ο Βασίλης Ζωγράφος στο "Παρόν":

"Η ψηφιακή μετάβαση του ελληνικού κράτους εισέρχεται σε μια περίοδο θεσμικά διαφορετική από την απλή ψηφιοποίηση υπηρεσιών. Η σημερινή κυρίαρχη αφήγηση της ψηφιακής διακυβέρνησης υποδομήθηκε στην κατάργηση της γραφειοκρατικής φυσικής παρουσίας, στη διαλειτουργικότητα μητρώων, στην αυτοματοποίηση διοικητικών διαδικασιών και στη μετατροπή του εγγράφου σε δεδομένο. Η δημιουργία συστήματος πιστοληπτικής βαθμολόγησης μετακινεί το επίκεντρο βαθύτερα. Το κράτος δεν περιορίζεται στη γνώση της οικονομικής συμπεριφοράς του πολίτη. Αποκτά την υπολογιστική δυνατότητα αξιολόγησης, κατηγοριοποίησης, πρόβλεψης και βαθμολόγησης. Μετάβαση από την ψηφιακή διοίκηση στην αλγοριθμικά υποβοηθούμενη διοικητική αξιολόγηση.

Η επίσημη κυβερνητική επιχειρηματολογία παρουσιάζει το νέο σύστημα ως μηχανισμό αντιμετώπισης της πληροφοριακής ασυμμετρίας, αποτελεσματικότερης αποτίμησης του πιστωτικού κινδύνου, πρόληψης της υπερχρέωσης και αναγνώρισης της πραγματικής οικονομικής συμπεριφοράς φυσικών και νομικών προσώπων. Η σχεδιαζόμενη πληροφοριακή αρχιτεκτονική προβλέπει συγκέντρωση δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς από φορείς του Δημοσίου, αυτοματοποιημένη επεξεργασία και παραγωγή πιστοληπτικής βαθμολόγησης, ενώ το θεσμικό πλαίσιο επιτρέπει υπό προϋποθέσεις διαλειτουργικότητα με φορείς πιστοληπτικής αξιολόγησης και παραγωγή ενοποιημένης βαθμολογίας. Η συνεπής οικονομική συμπεριφορά αποκτά θετική αποτύπωση, η αξιολόγηση του πιστωτικού κινδύνου είναι ακριβέστερη και η πρόσβαση σε χρηματοδότηση δικαιότερη, χωρίς εκτεταμένο τραπεζικό ιστορικό. Η τεχνολογική χρησιμότητα δεν αναιρεί το μείζον θεσμικό ερώτημα. Ποιος βαθμολογεί τον πολίτη και ποιος αξιολογεί τον λογισμικό μηχανισμό που τον βαθμολογεί; Η πιστοληπτική βαθμολογία αποτελεί το τελικό αποτέλεσμα μιας αλληλουχίας κανονιστικών και υπολογιστικών επιλογών. Η επιλογή των δεδομένων, η χρονική τους βαρύτητα, η στάθμιση μιας ληξιπρόθεσμης οφειλής, η σημασία μιας παλαιότερης καθυστέρησης, η μεταγενέστερη οικονομική συνέπεια και η αντιμετώπιση μιας ρυθμισμένης υποχρέωσης συγκροτούν παραμέτρους με άμεσο αντίκτυπο στο τελικό αποτέλεσμα.

Μία λανθασμένη εγγραφή σε κρατικό μητρώο αποτελούσε ανέκαθεν διοικητικό πρόβλημα. Η ενσωμάτωση της ίδιας λανθασμένης εγγραφής σε έναν μηχανισμό πιστοληπτικής βαθμολόγησης μετατρέπει το διοικητικό λάθος σε παράγοντα οικονομικής κατηγοριοποίησης. Η διαλειτουργικότητα πολλαπλασιάζει αυτήν τη δυναμική. Το ανακριβές δεδομένο δεν παραμένει πλέον απομονωμένο στη βάση προέλευσής του, αλλά μεταφέρεται, συσχετίζεται, αξιολογείται και επηρεάζει ένα παράγωγο αποτέλεσμα με πραγματικές συνέπειες για τον πολίτη. Ο πολίτης χρειάζεται να γνωρίζει ποια δεδομένα χρησιμοποιήθηκαν, από ποιες πηγές προήλθαν, ποια χρονική περίοδο αφορούν, αν υπήρξαν διορθώσεις, ποιοι παράγοντες επηρέασαν ουσιωδώς τη βαθμολογία και ποια διαδικασία μπορεί να απαιτήσει ανθρώπινη επανεξέταση. Η αλγοριθμική λογοδοσία δεν εξαντλείται στην κυβερνητική διαβεβαίωση ότι ένας αλγόριθμος λειτουργεί νόμιμα. Προϋποθέτει ελεγκτική ιχνηλασιμότητα, επεξήγηση, διόρθωση και πραγματική δυνατότητα προσβολής του αποτελέσματος.

Το κανονιστικό πλαίσιο προβλέπει δυνατότητες διόρθωσης ή συμπλήρωσης δεδομένων και επανέκδοσης της πιστοληπτικής ενημέρωσης, όταν γίνουν αποδεκτές σχετικές μεταβολές. Η προβλεπόμενη αντίρρηση ως προς την ορθότητα της πιστοληπτικής βαθμολόγησης δεν ασκείται ηλεκτρονικά. Η αντίφαση δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ασήμαντη. Το ψηφιακό κράτος εμφανίζεται ικανό να ψηφιοποιεί την εξουσία του να αξιολογεί ταχύτερα από όσο ψηφιοποιεί το δικαίωμα του πολίτη να αμφισβητεί την αξιολόγηση. Η παραχθείσα ασυμμετρία αποκαλύπτει ένα βαθύτερο πρόβλημα της ελληνικής ψηφιακής στρατηγικής. Ένα ψηφιακό κράτος χωρίς συμμετρική ψηφιοποίηση των δικαιωμάτων κινδυνεύει να εξελιχθεί σε τεχνολογικά προηγμένη, αλλά θεσμικά άνιση διοίκηση. Η διεθνής συζήτηση χρησιμοποιεί τον όρο «function creep» για να περιγράψει τη σταδιακή επέκταση πληροφοριακών συστημάτων πέρα από τον αρχικό σκοπό της δημιουργίας τους. Νέες πηγές δεδομένων, πρόσθετες διασυνδέσεις, διαφορετικοί αποδέκτες και διευρυμένοι σκοποί χρήσης μπορούν σταδιακά να μεταβάλουν τη φυσιογνωμία μιας αρχικά περιορισμένης εφαρμογής. Το κρίσιμο δημοκρατικό ερώτημα δεν αφορά αποκλειστικά το τι επιτρέπεται σήμερα, αλλά το πόσο εύκολα μπορεί να αλλάξει αύριο το πεδίο της βαθμολόγησης.

Οι εύκολες συγκρίσεις με το κινεζικό social credit δεν βοηθούν τη σοβαρή δημόσια συζήτηση. Η σχεδιαζόμενη ελληνική υποδομή αφορά πιστοληπτική αξιολόγηση και οικονομική συμπεριφορά, όχι γενικευμένη κοινωνική βαθμολόγηση. Η μετάβαση στον βαθμολογημένο πολίτη σηματοδοτεί μια βαθύτερη μεταβολή στη σχέση κράτους, δεδομένων και εξουσίας. Η προηγούμενη γενιά ψηφιακών μεταρρυθμίσεων επιδίωκε να απαλλάξει τον πολίτη από τον γκισέ. Η επόμενη γενιά καθορίζει πώς τον αντιλαμβάνονται πληροφοριακά συστήματα, δημόσιοι φορείς, πιστωτικοί μηχανισμοί υπό την αιγίδα της αλγοριθμικής διαφάνειας, ελεγκτικής ανεξαρτησίας, ανθρώπινης επανεξέτασης και αυστηρού περιορισμού της επαναχρησιμοποίησης των δεδομένων. Το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας μετατρέπει την οικονομική συμπεριφορά του πολίτη σε μετρήσιμη πιστοληπτική αξιολόγηση, το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης οικοδομεί την πληροφοριακή αρχιτεκτονική που καθιστά αυτήν τη γνώση υπολογιστικά αξιοποιήσιμη. Η προαναφερθείσα εξουσία γεννά αντίστοιχη θεσμική υποχρέωση διαφάνειας, ελεγκτικότητας και προστασία από κάθε μορφή αλγοριθμικής αυθαιρεσίας. Απαραίτητες δικλείδες ασφάλειας αποτελούν η πλήρης ιχνηλασιμότητα των δεδομένων, η γνωστοποίηση των ουσιωδών κριτηρίων βαθμολόγησης, οι ανεξάρτητοι αλγοριθμικοί έλεγχοι, η καταγραφή κάθε πρόσβασης και μεταβολής, ο αυστηρός χρονικός περιορισμός διατήρησης των πληροφοριών, η απαγόρευση ανεξέλεγκτης επαναχρησιμοποίησής τους για διαφορετικούς σκοπούς, η ανθρώπινη επανεξέταση δυσμενών αποτελεσμάτων και ένα πραγματικά άμεσο δικαίωμα διόρθωσης και αμφισβήτησης.

Απαιτείται ένα αδιαπραγμάτευτο θεσμικό όριο απέναντι στη μελλοντική διολίσθηση από την πιστοληπτική αξιολόγηση της οικονομικής συμπεριφοράς προς μια γενικευμένη βαθμολόγηση του προσώπου. Η δημοκρατική πρόκληση της επόμενης ημέρας δεν θα κριθεί από την «εξυπνάδα» του αλγόριθμου, αλλά από την εξουσία που ασκείται μέσω αυτού. Η απουσία θεσμικών εγγυήσεων μετατρέπει την τεχνολογική αποτελεσματικότητα σε υποδομή επιτήρησης, κατηγοριοποίησης και αποκλεισμού, ανοίγοντας τον δρόμο προς ένα οργουελικό μοντέλο ψηφιακής διακυβέρνησης, που ο πολίτης δεν θα αξιολογείται μόνο για όσα οφείλει, αλλά δυνητικά για όσα είναι, επιλέγει ή πράττει. Η μετατροπή μιας ολόκληρης οικονομικής διαδρομής σε αριθμητικό δείκτη δεν αποτελεί τεχνολογική καινοτομία. Συνιστά μετασχηματισμό της διοικητικής γνώσης σε αξιολογική εξουσία. Το θεμελιώδες ερώτημα είναι ποιος αποφάσισε την αξία κάθε μονάδας βαθμολόγησης, με ποια δεδομένα, ποια κριτήρια, για ποιον σκοπό και για πόσο χρόνο και, κυρίως, ποιος θα ελέγχει εκείνον που απέκτησε την εξουσία να βαθμολογεί."