Δευτέρα 29 Αυγούστου 2016

Έφτασε η ώρα της απόδοσης ευθυνών για τα Μνημόνια; Η παρέμβαση της Κομισιόν στην υπόθεση Γεωργίου

Η παρέμβαση της Κομισιόν (στις αποφάσεις της οποίας παρεπιπτόντως έχει θεωρητικά λόγο και η χώρα μας) για την "υπόθεση Γεωργίου" είναι σαφέστατα πιο περίπλοκη απ' ότι φαίνεται. Η ενδελεχής διερεύνηση της υπόθεσης (η διερεύνηση της οποίας ξεκίνησε πριν από 4 χρόνια περίπου) και η οποία απ' ότι φαίνεται θ' αποδώσει επιτέλους ευθύνες για την είσοδο της χώρας μας σε μνημονιακό καθεστώς, δημιούργησε τριγμούς στους δανειστές οι οποίοι βλέπουν την αιτιολόγηση στην οποία στηρίχθηκε η μετατροπή της Ελλάδας σε προτεκτοράτο να καταρρέει.
Αυτό βέβαια δεν πρόκειται ν' αλλάξει τα πράγματα για την χώρα μας: ο χρόνος δεν μπορεί να γυρίσει πίσω στο 2010, ούτε ο τρόπος διαχείρησης της χώρας μας θ' αλλάξει αν καταδικαστεί ο Γεωργίου (το "κύριος" το έχει χάσει εδώ και χρόνια) λόγω "μαγειρέματος" των εθνικών στατιστικών στοιχείων. Η απόδοση όμως ευθυνών και καταδίκες χρειάζονται για να υπάρξει μια ηθική δικαίωση και να δοθεί ένα μήνυμα ότι στην χώρα υπάρχει δικαιοσύνη και ότι όταν υπάρχει "απιστία" κάποια στιγμή η ώρα της απόδοσης ευθυνών θα έρθει. Επίσης θα δοθεί και ένα πάτημα για την κυβέρνηση της χώρας μας ώστε να ζητήσει καλύτερους όρους για το μέλλον πιθανόν λαμβάνοντας υποστήριξη από την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Ένα εγχείρημα σχεδόν αδύνατο, αλλά στην κατάσταση που βρισκόμαστε απαραίτητο να επιχειρηθεί.
Γι' αυτό ακριβώς και υπήρξε η παρέμβαση της Κομισιόν, γι' αυτό και οι δανειστές ζητούν δικαστική ασυλία για τους "συμβούλους" των αποκρατικοποιήσεων (διαβάστε αναλυτικά εδώ) και γι' αυτό επίσης υπάρχουν δημοσιογραφικές πληροφορίες ότι οι δανειστές θα επιχειρήσουν να τινάξουν στον αέρα την 2η αξιολόγηση με τον ωμό εκβιασμό να κλείσει η υπόθεση αυτή.
Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει επίσης το ότι τα πολιτικά κόμματα τα οποία διαχειρίστηκαν αρχικά την κρίση (δηλ. το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ), έσπευσαν να λειτουργήσουν είτε άμεσα (βλ. ΠΑΣΟΚ, ΚΙΔΗΣΟ) είτε έμμεσα (βλ. ΝΔ) ως συνήγοροι υπεράσπισης του Γεωργίου, αδιαφορώντας για τη σημασία που έχει η υπόθεση για την χώρα μας.
Κλασσική ελληνική στάση δηλαδή - "ο σώζων εαυτώ σωθήτω" - όπου ο καθένας κοιτά να προστατέψει το τομάρι του αδιαφορώντας για το κοινό καλό - αφού ο Γεωργίου δε λειτουργούσε αυτόνομα, αλλά σε συννεόηση με το πολιτικό σύστημα. Λεπτομέρεια: στο προσεχές μέλλον οι Γεωργίου αυτού του κόσμου δε θα επηρεάζονται από τον κάθε Παπανδρέου και Σαμαρά αλλά απευθείας από τους δανειστές, οι οποίοι πρώτα θα έχουν εξασφαλίσει ασυλίες για τους υπηρέτες τους...
Για όσους θέλουν να θυμηθούν λεπτομέρειες της υπόθεσης (οι πτυχές της οποίας θυμίζουν αστυνομικό μυθιστόρημα) παραθέτουμε το παρακάτω απόσπασμα από την ιστοσελίδα Newsbomb:

"...Να θυμίσουμε ότι αφορμή για τις έρευνες, είχαν σταθεί οι καταγγελίες της κυρίας Ζωής Γεωργαντά, η οποία και ήταν μέλος της ΕΛΣΤΑΤ κατά την περίοδο που ανέλαβε υπουργός Οικονομικών ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου, με τον ερχομό του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, το 2009. Η κυρία Γεωργαντά είχε δημοσίως καταγγείλει πως ο κύριος Γεωργίου (στενός συνεργάτης του Παπακωνσταντίνου, ο οποίος ανέλαβε πρόεδρος της Αρχής το 2009), είχε σκοπίμως διογκώσει το έλλειμμα, με σκοπό να σπρώξει ο πρώην πρωθυπουργός την Ελλάδα στα νύχια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου! 
Στο πλαίσιο της συγκάλυψης του σκανδάλου όλα αυτά τα χρόνια χρησιμοποιήθηκαν μέθοδοι από το Κράτος και το παρακράτος των Σαμαροβενιζέλων, όπως η διάρρηξη του αυτοκινήτου της ανακρίτριας που χειριζόταν την υπόθεση της ΕΛΣΤΑΤ, από το οποίο είχαν πάρει όλη την δικογραφία, η ανακρίτρια είχε κρατήσει όμως στον σκληρό δίσκο του υπολογιστή της όλες τις καταθέσεις, με αποτέλεσμα να πηγαίνει προς τα πίσω χρονικά η διαδικασία, αφού ήταν υποχρεωμένη να βάλει τους μάρτυρες να τις ξαναϋπογράψουν. Όπως ήταν φυσικό αυτό δημιούργησε αρκετή καθυστέρηση. Η δράση της παρακρατικής μαφίας όμως δεν σταμάτησε εκεί. Άγνωστοι δράστες διέρρηξαν το σπίτι του Νικόλαου Στρόμπλου, πρώην Διευθυντού Εθνικών Λογαριασμών της Στατιστικής Υπηρεσίας και βασικού μάρτυρα στην υπόθεση της αλλοίωσης των στοιχείων του ελλείμματος! 
Για τον κ. Στρόμπλο να θυμίσουμε ότι ξηλώθηκε από τον κ. Γεωργίου επειδή αρνήθηκε να υπακούσει στις επιταγές της Eurostat η οποία επιθυμούσε να συμπεριληφθούν στο έλλειμμα και συγκεκριμένες ΔΕΚΟ από τον Μάιο του 2010. Εκείνος αντιτάχθηκε με το επιχείρημα ότι οι επιχειρήσεις κατατάσσονται στους πέντε θεσμικούς τομείς της οικονομίας κάθε πέντε χρόνια και συνεπώς (για να υπάρχει αμεροληψία και αντικειμενικότητα) η αναταξινόμηση θα έπρεπε να γίνει βάσει των στοιχείων του 2005 και όχι μεσούσης της πενταετίας όπως ζητούσε η Eurostat!!! «Ενδιαμέσως μπορούσαν να μεταβληθούν τα στοιχεία στις αρχές του 2011 που θα κοινοποιούσαμε στη Eurostat τα αποτελέσματα της αναθεώρησης του 2005», είχε επισημάνει ο κ. Στρόμπλος. Μετά από αυτή την άρνησή του ο κ. Στρόμπλος με απόφαση του κ. Γεωργίου μετατέθηκε αιφνιδίως στις 10 Σεπτεμβρίου του 2010 σε άλλο τομέα. Το μέγεθος του σκανδάλου γύρω από την υπόθεση του ελλείμματος περιγράφτηκε εύστοχα και από την ην απόρρητη έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους: «Όταν ήλθε στην εξουσία η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου στις αρχές Οκτωβρίου του 2009, ο στόχος της οικονομικής πολιτικής της ήταν να δραματοποιηθεί η κατάσταση των Δημόσιων οικονομικών σε τέτοιο βαθμό ώστε να γίνουν αποδεκτά από την Ελληνική κοινωνία νέα σκληρά μέτρα. 
Η οποιαδήποτε δηλαδή εφαρμογή ήπιας προσαρμογής της οικονομίας σε μεταρρυθμίσεις που θα οδηγούσαν στην σταδιακή μείωση των Δημόσιων ελλειμμάτων και του χρέους, απορρίφθηκε από την τότε κυβέρνηση. Αντίθετα επιλέχθηκε η άμεση και βίαιη προσαρμογή της οικονομίας και της κοινωνίας. Στόχος ήταν η μείωση των εισοδημάτων και γενικότερα του κόστους παραγωγής στον Δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, προκειμένου να δημιουργηθεί μια κατάσταση εσωτερικής υποτίμησης και άνοδο της ανταγωνιστικότητας, δεδομένου ότι η Ελλάδα δεν είχε αυτόνομη νομισματική πολιτική και δεν μπορούσε να επηρεάσει την ισοτιμία του ευρώ. Την εμπειρία για εφαρμογή μιας τέτοιας συνταγής βέβαια, την είχε το ΔΝΤ». «Στην συνείδηση του πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου, λόγω της Αμερικανικής του κουλτούρας, δεν υπήρχε κανένας ενδοιασμός ότι η λύση του ΔΝΤ ήταν επιβεβλημένη. Πρόβλημα ήταν το κατά πόσον η ΕΕ θα δεχόταν μια τέτοια επιλογή, εφόσον ουδέποτε στο παρελθόν είχαν εκχωρηθεί εξουσίες στο ΔΝΤ προκειμένου να αναμειχθεί στα οικονομικά της Ευρωζώνης. 
Οι πολιτικοί ηγέτες της Ευρωζώνης επί χρόνια δυσφορούσαν στην πιθανή ανάμειξη του ΔΝΤ στα Ευρωπαϊκά οικονομικά ζητήματα εφόσον θεωρείτο ότι οι συνταγές του δεν ήταν συμβατές σε μια Ευρώπη ώριμων κοινωνών, κοινό νόμισμα και υψηλό βιοτικό επίπεδο. Ο Γ. Παπανδρέου έκανε αρχικά μια βολιδοσκόπηση των διαθέσεων του κ. Ντομινίκ Στρος Σκαν που ηγείτο του ΔΝΤ. Στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις τους τέθηκε εκ μέρους του ΔΝΤ ως προαπαιτούμενο να εμπλακεί στο σχέδιο και η ΕΕ, εφόσον ήταν γνωστές οι αντιρρήσεις των ηγετών της. Η μυστική επικοινωνία Παπανδρέου με το ΔΝΤ, ωστόσο, έγινε ευρέως γνωστή αργότερα και καυτηριάστηκε από όλη την τότε αντιπολίτευση, ενώ διατυμπανίστηκε από όλα τα μέσα ενημέρωσης ότι από τον Δεκέμβριο του 2009 ο Παπανδρέου είχε αρχίσει να προσχεδιάζει την ένταξη της χώρας στην «μέγγενη» του ΔΝΤ, ενώ για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης εμφατικά το απέρριπτε».
 Η προτροπή του Στρος Σκαν ότι δεν θα ήταν δυνατή η εμπλοκή του ΔΝΤ στα Δημόσια οικονομικά της Ελλάδας, αν δεν πειθόταν η ΕΕ να το επιτρέψει και παράλληλα να συμμετάσχει, έγινε ο νέος στόχος της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης Παπανδρέου. Έτσι, από το τελευταίο τρίμηνο του 2009, η νέα κυβέρνηση επιδόθηκε σε μια άνευ προηγουμένου παραποίηση των στοιχείων του τρέχοντος ελλείμματος της Γενικής Κυβέρνησης, αποβλέποντας να το αυξήσει αμφίπλευρα μέσω της μείωσης των εσόδων και αύξησης των δαπανών. Η μεθόδευση παραποίησης των Δημόσιων οικονομικών έγινε κυρίως μέσω της αύξησης των δαπανών του τελευταίου τριμήνου του 2009, της μετακύλισης εσόδων από το 2009 στο 2010, της μεταφοράς δαπανών που έπρεπε να γίνουν το 2010 στο 2009, και πάνω απ’ όλα με την αλλαγή των κανόνων της ΕΛΣΤΑΤ αναφορικά με το οικονομικό αποτέλεσμα των ΟΤΑ, ΟΚΑ, ΝΠΔΔ και ελλειμμάτων των ΔΕΚΟ τα οποία προστέθηκαν στο έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης." 

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2016

Ολυμπιακοί Αγώνες του Ρίο - ένα μάθημα για το μέλλον του αθλητισμού στην χώρα μας

Στο δρόμο προς τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, η ελληνική πολιτεία έδωσε γηρ και ύδωρ στις ομοσπονδίες αναλαμβάνοντας πλήρως τα έξοδα για την Ολυμπιακή προετοιμασία των ομοσπονδιών. Μεγάλα μήτινγκ, προετοιμασίες στο εξωτερικό, τουρνουά στην χώρα μας, ειδικό συμβουλευτικό προσωπικό και οι καλύτεροι προπονητές ήταν διαθέσιμα για όλους τους Έλληνες που είχαν ελπίδες για μια Ολυμπιακή διάκριση. Για να μην μιλήσουμε για την πρόσκληση προς τους καλύτερους Έλληνες (σε εισαγωγικά ή χωρίς) όλου του κόσμου για ενίσχυση της συμμετοχής στα περισσότερα αθλήματα του Ολυμπιακού προγράμματος.
Αυτό ήταν η κορύφωση για την χώρα μας. Δεκαέξι μετάλλια, δεκάδες θέσεις στην οκτάδα και - εδώ είναι το ζουμί - πάμπολλες ατυχίες και "αδικίες" από τους διαιτητές και τους κριτές, που ποτέ δεν χώνεψαν το πως μια μικρή χώρα, χωρίς μεγάλη αθλητική παράδοση σε πάρα πολλά αθλήματα θα μπορούσαν να καλύψει την απόσταση που την χώριζε από τις παραδοσιακές αθλητικές δυνάμεις (που ελέγχουν και τις περισσότερες αθλητικές ομοσπονδίες) σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Αυτές όμως έμειναν απαρατήρητες για τους περισσότερους αφού η λάμψη των μεταλλίων κάλυψε τα υπόλοιπα.
Εξάλλου το μέγεθος της ελληνικής αποστολής, ήταν τέτοιο που επέτρεπε "ατυχίες" τέτοιου είδους.
Αυτό όμως άρχισε να φαίνεται το 2008, όπου η χώρα μας "ξεφούσκωσε". Οι περισσότεροι παγκοσμίου επιπέδου Έλληνες αθλητές είχαν αρχίσει ν' αποχωρούν - έχοντας δώσει τα πάντα στο δρόμο για το 2004 - ενώ από πίσω έρχονταν λίγοι συνεχιστές, πράγμα φυσιολογικό για μια χώρα μικρή, χωρίς αθλητικό πρόγραμμα ή έστω πρόγραμμα στήριξης για όσα παιδιά αποφασίζουν ν' αφοσιωθούν στον πρωταθλητισμό. 
Στο Πεκίνο η χώρα μας έστειλε 156 αθλητές σε 23 αθλήματα. Μεγάλη σχετικά αποστολή, αλλά με τα κίνητρα μειωμένα, με μικρότερη υποστήριξη και χωρίς τη δυναμική της Αθήνας. Η πτώση (από 16 μετάλλια σε 4) ήταν μεγαλύτερη και δυσανάλογη των 156 αθλητών. Επίσης αυξήθηκε κατακόρυφα το αίσθημα αδικίας: "ατυχίες" στην τελική προσπάθεια, κακές βαθμολογήσεις, ελαφρύ "σπρώξιμο" των αντιπάλων ήταν μια συχνή δικαιολογία για τον τελικό απολογισμό. Το τελικό αποτέλεσμα - συνδυασμένο με τα κρούσματα ντόπινγκ - όμως έπρεπε να σήμανει ότι πλέον η αλλαγή πλεύσης ήταν επιβεβλημένη για να μπορέσει να στηριχθεί ο "υψηλός αθλητισμός" στην χώρα μας. Αυτό που έπρεπε να συμβεί ήταν η καλύτερη κατανομή των πόρων, η υποστήριξη των αθλητών μας σε εξωαγωνιστικό επίπεδο (κάτι επιβεβλημένο αφού πλέον δεν υπήρχε η πολυτέλεια για υπαναχωρήσεις και των μεγάλων αποστολών που θα επέτρεπε στους άλλους να βγάζουν το φίδι από την τρύπα), η σωστότερη προετοιμασία και η επικέντρωση στην καλύτερη επιλογή προπονητικών/υποστηρικτικών ομάδων.
Κάτι τέτοιο όμως δε συνέβει. Οι ηγεσίες των περισσότερων ομοσπονδιών συνέχισαν στο ίδιο μοτίβο - με ελάχιστες εξαιρέσεις (όπως την ιστιοπλοϊα, το τζούντο και την κωπηλασία). Στο Λονδίνο στείλαμε 105 αθλητές (σε 20 αγωνίσματα), χειρότερα προετοιμασμένους και με λιγότερες παραστάσεις.  Ακόμα περισσότεροι αθλητές απέτυχαν να πιάσουν τις επιδόσεις τους, ακόμα περισσότεροι αθλητές παρουσιάστηκαν ως "αδικημένοι" και τέλος ακόμα περισσότεροι αθλητές έδειξαν ότι πλέον το παιχνίδι για το άθλημά τους είχε χαθεί. Ο τελικός απολογισμός ήταν δύο μετάλλια - κατακτημένα με κόπο και αίμα - μαζί με δύο 4ες, μία 5η και δύο 6ες θέσεις.
Μετά απ' αυτό και με την οικονομική κατάσταση στην χώρα μας να βρίσκεται σε τραγικό επίπεδο θα ήταν παράλογο να περιμένει κςανείς καλύτερες μέρες στο Ρίο.
Και όμως το "ελληνικό θαύμα" συντελέστηκε. Και όλα αυτά παρότι:
α) Η χώρα μας έστειλε στο Ρίο λιγότερους αθλητές με ελλιπή προετοιμασία και λιγότερη υποστήριξη - τόσο σε προπονητικό όσο και εξωαγωνιστικό επίπεδο.
β) Είχαμε για πρώτη φορά μεγάλο αριθμό Ελλήνων αθλητών (μη ομογενών) που προτίμησαν να εκπροσωπήσουν άλλες χώρες αντί της δικής μας - κάνοντας δηλαδή την αντίστροφη πορεία με αυτή που ακολουθούσαν πολλοί μέχρι το 2008.
γ) Οι "τουρίστες" δεν έλειψαν ούτε αυτή τη φορά (ιδιαιτέρως στ' αγωνίσματα του στίβου και της κολύμβησης), αλλά ήταν σαφώς λιγότεροι σε σχέση με το παρελθόν.
δ) Και πάλι υπήρχαν αθλητές που αδικήθηκαν (εντός και εκτός εισαγωγικών) από τους διαιτητές και τους κριτές - η γκρίνια δεν έλλειψε - όμως τουλάχιστον υπήρξε μια αξιοπρεπέστερη εικόνα και απόδοση ευθυνών.
Έτσι η γενικότερη αίσθηση είναι ότι η χώρα μας εκπροσωπήθηκε καλύτερα, βελτιώνοντας την εικόνα της ως γενέτειρα των Ολυμπιακών Αγώνων.
Που οφείλεται αυτό;
Καταρχήν η Ε.Ο.Ε. ακολούθησε μια πιο σωστή διαχείρηση πόρων. Τα χορηγικά προγράμματα δούλεψαν καλύτερα και οι ομοσπονδίες - τουλάχιστον αυτές που έχουν το μυαλό μέσα στο κεφάλι τους - διαχειρίστηκαν καλύτερα τα λιγοστά πλέον χρήματα που είχαν.
Βέβαια το μέλλον παραμένει ζοφερό.
Η αθλητική βάση όλο και μικραίνει. Οι Έλληνες αθλητές που εντυπωσιάζουν σε μικρές κατηγορίες, εγκαταλείπουν τον αθλητισμό ταχύτερα από τους αντιπάλους τους στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο. Κίνητρα παραμονής στον υψηλό αθλητισμό δεν υπάρχουν, αφού η αναζήτηση του καθημερινού προέχει.
Δεν υπάρχουν προπονητήρια, ενώ οι μαζικές ιδιωτικοποιήσεις (ως και π.χ. του Αγίου Κοσμά που αποτέλεσε τη βάση για την αθλητική προετοιμασία των αθλητών του στίβου για παραπάνω από μια δεκαετία) θ' αφήσει ένα τεράστιο κενό χώρων, επιτείνοντας το πρόβλημα.
Όσο χρηστή διαχείρηση πόρων και να υπάρξει, οι πόροι δεν επαρκούν για τη συνεχή συμμετοχή σε διεθνείς συναντήσεις. Οι ταλαντούχοι Έλληνες αθλητές χρειάζονται τη συμμετοχή σε μεγάλους αγώνες, ώστε να μπορέσουν ν' ανεβάσουν το επίπεδό τους συναγωνιζόμενοι αθλητές υψηλού επιπέδου, που θα τους επιτρέψει την καλύτερη διαχείρηση του άγχους μεγάλων αγώνων - που κατατρέχει τον ελληνικό αθλητισμό εδώ και δεκαετίες.
Η λύση βέβαια πρέπει να έρθει διαφορετικά και δεν αποτελεί κάτι το καινούργιο, αφού τα ίδια πράγματα λέγαμε και μετά τους Ολυμπιακούς του Λονδίνου το 2012: Για να βγουν Γιαννιώτιδες και Πετρούνιες πρέπει να υπάρξει μαζικός αθλητισμός από μικρές ηλικίες, με σκοπό όχι τον πρωταθλητισμό αλλά τα μακροχρόνια οφέλη της άσκησης. Στη συνέχεια χρειάζεται προώθηση και προσοχή προς εκείνους που έχουν το ταλέντο να κάνουν πρωταθλητισμό.
Αυτά όμως απαιτούν σχεδιασμό, μακροχρόνιο πλάνο και όραμα δεκαετιών.
Ποιος έχει κάτι τέτοιο στην χώρα μας σήμερα; 

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2016

Γιατί οι ιδιωτικοποιήσεις γίνονται τζάμπα στην χώρα μας;

Αμαρτία εξομολογουμένη δεν είναι αμαρτία, αλλά λάθος επαναλαμβόμενο καταντάει βλακεία (στην καλύτερη περίπτωση) ή κρύβει δόλο (στην χειρότερη).

Έτσι η παρούσα κυβέρνηση, συνεχίζοντας την παράδοση Σαμαρά - Παπανδρέου - Παπαδήμου, επανεκκίνησε τις αποκρατικοποιήσεις (που μέχρι πριν ένα χρόνο θεωρούσε ως επαίσχυντη πράξη),
ξεπουλώντας σε απίστευτα χαμηλές τιμές περουσιακά στοιχεία του Δημοσίου που θα έπρεπε να θεωρούνται "ιερά κειμήλια" και να μείνουν υπό κρατικό έλεγχο, βοηθώντας στο να μπουν οι βάσεις για την ανάπτυξη στην χώρα μας.

Τα τιμήματα είναι χαμηλά - και αυτό όχι γιατί το λέμε εμείς: Η Cosco πήρε την καταστατική πλειοψηφία του ΟΛΠ δίνοντας 386,5 εκατομμύρια ευρώ, όταν μόνο η αξία των εγκαταστάσεων του λιμανιού είναι 5 δις ευρώ σύμφωνα με ανεξάρτητους εκτιμητές και οι προοπτικές του λιμανιού είναι τεράστιες δεδομένης της θέλησης των Κινέζων (και όχι μόνο) να καταστήσουν τον Πειραιά ως κόμβο εισόδου εμπορευμάτων και των εταιρειών κρουαζιέρας να χρησιμοποιήσουν το λιμάνι ως σημείο έναρξης για κρουαζιέρες στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το πρόβλημα δε σταματάει όμως με την Cosco: Η Ferrovie Dello Stato (οι Ιταλικοί Σιδηρόδρομοι) που κρίθηκαν ως πλειοδότης για την ΤΡΑΙΝΟΣΕ, πρόσφεραν 45 εκατομμύρια ευρώ, τη στιγμή που η εταιρεία διαθέτει 25 εκ. ευρώ κεφάλαιο κίνησης και θα λάβει το 2016, 50 εκατομμύρια ευρώ ως κρατική επιδότηση των άγονων σιδηροδρομικών γραμμών - ενώ για την 4ετία 2017-2020 θα εισπράξει επιπλέον 200 εκατομμύρια ευρώ. Τα δε χρέη προς το Δημόσιο (τα οποία αποτελούν κατά την Ε.Ε. "παράνομη κρατική ενίσχυση" λες και υπάρχει στην χώρα μας αντίπαλο δέος στους σιδηροδρόμους και νοθεύεται ο "ανταγωνισμός") σβήνονται με την αποκρατικοποίηση. Αυτά δεν τα λέμε εμείς: τα λέει ο κύριο Φίλιππος Τσαλίδης, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας (διορισμένος από τον ΣΥΡΙΖΑ).
Αν συνεχίσουμε, θα πρέπει να αναφέρουμε την περίπτωση της Αγροτικής Ασφαλιστικής, που εξαγοράστηκε σχεδόν δωρεάν από την Τράπεζα Πειραιώς μαζί με την μητρική της ΑΤΕ. Σ' αυτήν την περίπτωση, το κράτος φορτώθηκε τα φέσια (διαβάστε λεπτομέρειες εδώ) και η Τράπεζα εισέπραξε 90 εκατομμύρια για να την πουλήσει (καθώς ήταν και η αρχική συμφωνία εξαγοράς της). Λεπτομέρεια: η ασφαλιστική εταιρεία διέθετε 480 εκατομμύρια ευρώ αποθεματικό, το οποίο η αγοράστρια ERGO μετέφερε άμεσα στην HSBC, παίρνοντας ειδική άδεια παράκαμψης των Capital Controls.
Για να μην περάσουμε στις περιπτώσεις του Ελληνικού, του Αστέρα της Βουλιαγμένης, των περιφερειακών αεροδρόμιων κ.ο.κ.

Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; Είναι στημένοι οι διαγωνισμοί; Είναι χαμηλών ικανοτήτων οι διεκπεραιωτές των αποκρατικοποιήσεων; Υπάρχει έλλειψη σεβασμού στο Δημόσιο χρήμα και τη δημόσια περιουσία; 

Η αλήθεια βρίσκεται όπως πάντα κάπου στην μέση. Η χώρα μας - ανεξάρτητα με την κακή οικονομική της κατάσταση και την κακοδιαχείρηση - παραμένει μαγαζί γωνία. Για πολλά χρόνια οι συνοδοιπόροι μας στην Ε.Ε. ανέχονταν πολλά από τις ελληνικές κυβερνήσεις λόγω των ειδικών συνθηκών (βαλκανική διεύρευνση της Ε.Ε., ευρωπαϊκή ενοποίηση, δημιουργία ευρώ, Ολυμπιακοί Αγώνες), αλλά τη στιγμή που ο κόμπος έφτασε στο χτένι, άδραξαν την ευκαιρία να ξεκαθαρίσουν την κατάσταση, βάζοντας τους δικούς τους όρους στο παιχνίδι. Έτσι όταν πλέον ήταν προφανές ότι τα υψηλότοκα δάνεια δε θα γίνονταν αποδεκτά από την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, βασικός όρος διάσωσης έγιναν οι αποκρατικοποιήσεις. 

Αυτές όμως έπρεπε να γίνουν με τέτοιο τρόπο ώστε τα εκποιηθέντα περουσιακά στοιχεία να προσφέρουν υπεραξίες και κέρδη σε σύντομο χρονικό διάστημα. Για να συμβεί το τελευταίο έπρεπε οι αποκρατικοποιήσεις να γίνουν γρήγορα, πριν υπάρξει ανάκαμψη της οικονομίας και υπάρξει αύξηση των τιμημάτων, ενώ η απαξίωση του ελληνικού χρηματιστηρίου έδινε μία - ούτως ή άλλως - χαμηλή εναρκτήρια τιμή πώλησης για της περισσότερες εισηγμένες ΔΕΚΟ.

Για να διατηρηθούν όμως χαμηλές οι τιμές έπρεπε να υπάρξει μια συννενόηση. Οι δανειστές μας έδειξαν ενδιαφέρον για συγκεκριμένα περουσιακά στοιχεία (Ελληνικό, ΑΔΜΗΕ, περιφερειακά αεροδρόμια, ασφαλιστικές εταιρείες, σιδηρόδρομοι, κρατικά ακίνητα και εθνικές οδοί), αφήνοντας τα υπόλοιπα για τους "απέξω". Έκαναν την μοιρασιά και άρχιζαν να πιέζουν προς εκπλήρωση των στόχων τους. Οι προ-ΣΥΡΙΖΑ κυβερνήσεις μπήκαν γρήγορα στο νόημα και φρόντισαν ώστε οι σκόπελοι για τους "απέξω" να είναι τέτοιοι, ώστε το όποιο ενδιαφέρον υπάρξει να "διακοπεί" νωρίς. Έτσι προχώρησαν κάποιοι διαγωνισμοί, παρά το ότι ακόμα και οι ανεξάρτητοι εκτιμητές θεωρούσαν ότι στο τελικό τίμημα θα έπρεπε να ενσωματωθεί και το ενδεχόμενο γρήγορης απόκτησης υπεραξίας. Αυτό όμως δεν απασχολούσε (ούτε απασχολεί) το ΤΑΙΠΕΔ, το οποίο σε όλες τις φάσεις του στελεχώθηκε από υψηλά αμοιβόμενα στελέχη τα οποία είχαν ως κύριο στόχο να ευχαριστήσουν τους δανειστές και όχι να φέρουν μεγαλύτερα έσοδα στα δημόσια ταμεία. Επομένως αντί να κυνηγούν σοβαρούς επενδυτές (που θα μείνουν μακροχρόνια στην χώρα δημιουργώντας θέσεις εργασίας), επισκέπτονταν Ευρωπαϊκούς και μη προορισμούς διαμένοντας σε ακριβά ξενοδοχεία, κάνοντας βόλτες στ' αξιοθέατα, προσφέροντας μηδέν εις το πηλίκο.

Όταν ήρθε ο ΣΥΡΙΖΑ στα πράγματα, προσπάθησε αρχικά να διευρύνει τον κύκλο των ενδιαφερομένων, καθυστερώντας τις αποκρατικοποιήσεις (προσβλέποντας σε ανάπτυξη της οικονομίας και άρα πώληση με μεγαλύτερο τίμημα), έχοντας στο βάθος του μυαλού ακόμα και την ακύρωση για κάποιες απ' αυτές. Αυτό όμως απέτυχε αφού ο κ. Πιτσιόρλας (που διορίστηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ να κάνει κουμάντο στο ΤΑΙΠΕΔ), είχε εξαρχής στόχο την ευαρέσκεια των δανειστών (και φρόντιζε να συνεχίζει τη δουλειά των προηγουμένων στο ίδιο μοτίβο), ενώ το 3ο Μνημόνιο οδήγησε 
σε έξοδο από τον ΣΥΡΙΖΑ των σκληρά διαφωνούντων. Έτσι επανήλθαμε στο προηγούμενο μοτίβο, σε εντονότερους ρυθμούς.

Έτσι: α) οι τιμές παρέμειναν χαμηλές αφού στους περισσότερους διαγωνισμούς συμμετείχε (και συμμετέχει) μόνο ένας ενδιαφερόμενος και 
β) το ΤΑΙΠΕΔ συνεχίζει να λειτουργεί με διεκπεραιωτικό τρόπο αφού η πώληση προτιμάται έναντι της μεσοπρόθεσμης ενοικίασης (οδηγώντας σε χασούρα του Δημοσίου σε βάθος χρόνου). 

Βέβαια στον ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι (τελείως) χαζοί. Γνωρίζουν ότι τα όσα έλεγαν προεκλογικά περί αναζήτησης ευθυνών πιθανόν να τους πιάσουν και εκείνους, αφού πωλούνται βασικές υποδομές και δημιουργούνται ιδιωτικά μονοπώλια έναντι πινακίου φακής. Γι' αυτό προσπαθούν μέσω του καινούργιου ταμείου "αξιοποίησης" της Δημόσιας περιουσίας να βάλουν κάποιες δικλείδες ασφαλείας. Μέχρι όμως να γίνει αυτό, η μεγάλη ζημιά θα έχει γίνει.

Και οι ιδιωτικοποιήσεις θα συνεχίσουν να γίνονται τζάμπα στην χώρα μας...

(με στοιχεία από την εφημερίδα  "Παρόν")